Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
1 / 2 / 2019

Έχω ώς τώρα διαβάσει παραπάνω από το μισό Fire & Blood του Martin, και υποπτεύομαι ότι ίσως να είναι το καλύτερο βιβλίο που θα διαβάσω μέσα στο 2019. Ή, αν όχι το καλύτερο, σίγουρα ένα από τα καλύτερα. Με κάθε σελίδα που διαβάζεις, αποκτά και περισσότερο ενδιαφέρον.

Ο ίδιος ο Martin είχε πει (κάπου στο blog του, νομίζω) ότι αυτό το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα· είναι φανταστική Ιστορία (με κεφαλαίο γιώτα, υπό την έννοια του ιστορικού βιβλίου). Αλλά διαφωνώ. Σε τελική ανάλυση, η ελληνική λέξη μυθ-ιστόρημα τα λέει όλα. Η αγγλική λέξη novel, βέβαια, δεν λέει τίποτα. ("Novel" σημαίνει "καινούργιο". Πώς κατέληξε να σημαίνει "μυθιστόρημα", δεν το ξέρω, και φαίνεται παράξενο.) Αλλά στη διεθνή φανταστική λογοτεχνία έχουν τόσο πολύ συνηθίσει όλα τα μυθιστορήματα να είναι γραμμένα σε μια μονολιθική περιορισμένη οπτική γωνία 3ου προσώπου που οτιδήποτε γραμμένο διαφορετικά τούς φαίνεται ότι δεν είναι μυθιστόρημα... (Έχω γράψει και άρθρο για το θέμα.)

Το Fire & Blood είναι γραμμένο σε μια οπτική γωνία που θα μπορούσες να την ονομάσεις "μερικού παντογνώστη". Είναι γραμμένο σαν από κάποιον ιστορικό που αντλεί πληροφορίες από ορισμένες πηγές, και ο αφηγητής είναι αρκετά φανερός μέσα στην αφήγηση· κάνει, μάλιστα, και κάποιους σχολιασμούς και υποθέσεις για τα γεγονότα που δεν γνωρίζει απόλυτα (πχ, πώς δολοφονήθηκε ένα πολιτικό πρόσωπο, ή πού μπορεί να εξαφανίστηκε κάποιος). Όμως, συγχρόνως, οι χαρακτήρες είναι πολύ ζωντανοί και οι πλοκές τρομερά ενδιαφέρουσες.

Έχοντας διαβάσει λίγο περισσότερο από το μισό βιβλίο, μπορώ να πω ότι παρουσιάζονται πάρα πολλοί χαρακτήρες – ένα χάος από ανθρώπους – και πάρα πολλές περιπέτειες και πολιτικές καταστάσεις. Θυμίζει τα πρώτα βιβλία του A Song of Ice and Fire, όπου πάντα κάτι γινόταν και η πλοκή ποτέ δεν βάλτωνε (σε αντίθεση με τα δύο τελευταία βιβλία).

Κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι γραμμένα όλα τα βιβλία φανταστικής λογοτεχνίας. Να σε ξυπνάνε, όχι να σε κοιμίζουν.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]